ανακούφιση

[анакуфиси] ουσ. Θ. облегчение, успокоение, утешение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανακούφιση" в других словарях:

  • ανακούφιση — η ξαλάφρωμα (κυριολ. και μτφ.): Ένιωθε ανακούφιση ύστερα από την εξομολόγησή του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακούφιση — η (Α ἀνακούφισις) [ἀνακουφίζω] 1. ελάφρυνση από βάρος, αλάφρωμα 2. απαλλαγή από σωματικά ή ψυχικά βάρη και πόνους, απόκτηση ή αποκατάσταση τής ηρεμίας, ξαλάφρωμα νεοελλ. 1. βοήθεια, ενίσχυση, συνδρομή 2. καταπράυνση, παρηγοριά 3. αποπάτηση …   Dictionary of Greek

  • ἀνακουφίσῃ — ἀνακουφίσηι , ἀνακούφισις relief fem dat sg (epic) ἀνακουφίζω lift aor subj mid 2nd sg ἀνακουφίζω lift aor subj act 3rd sg ἀνακουφίζω lift fut ind mid 2nd sg ἀνακουφίζω lift aor subj mid 2nd sg ἀνακουφίζω lift aor subj act 3rd sg ἀνακουφίζω lift… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επικουφισμός — ἐπικουφισμός, ὁ (Α) [επικουφίζω] 1. ελάφρυνση, ανακούφιση 2. επιγρ. ανακούφιση από τη φτώχεια με υλική βοήθεια …   Dictionary of Greek

  • κουφίζω — (I) [κουφός] είμαι λίγο κουφός, βαριακούω. (II) κουφίζω (AM) [κουφός (Ι)] 1. σηκώνω ψηλά, ανυψώνω, εγείρω (α. «ἀσπίδ ἀμφὶ βραχίονι κουφίζων», Ευρ. β. «ἥ τε τοῡ πτεροῡ φύσις, ᾧ ψυχή κουφίζεται», Πλάτ.) 2. παρέχω ανακούφιση, ξελαφρώνω, ελαφρύνω,… …   Dictionary of Greek

  • ξεφούσκωμα — το [ξεφουσκώνω] 1. αφαίρεση τού αέρα που περιέχεται σε κάτι 2. ελάττωση τού όγκου με αφαίρεση τού αέρα 3. ανακούφιση από φούσκωμα τού στομάχου, ξαλάφρωμα 4. μτφ. ανακούφιση από θυμό, από οργή, από κόπο …   Dictionary of Greek

  • παυστήριος — ον, Α [παυστήρ] 1. ο κατάλληλος για κατάπαυση, απαλλαγή ή ανακούφιση από κάτι, ανακουφιστικός, λυτρωτικός («Φοῑβος... νόσου παυστήριος», Σοφ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ παυστήριον α) η ανακούφιση, το ξαλάφρωμα β) εμπόδιο, φραγμός 3. (το ουδ. πληθ. ως …   Dictionary of Greek

  • Σάββα Αγίου, μονή — Ιστορικό μοναστήρι, σήμερα πατριαρχικός ναός, στην Αλεξάνδρεια. Η γραφή Σάββα σπανίζει στους παλιούς κώδικες. Η ιστορία του αλεξανδρινού μοναστηριού, χάνεται στο σκοτάδι των αιώνων. Φαίνεται πως η αρχική ονομασία του, ήταν Άγιος Μάρκος. Υπάρχει… …   Dictionary of Greek

  • άρτυμα — το (AM ἄρτυμα) [αρτύω] το καρύκευμα, το μυρωδικό αρχ. ό,τι προξενεί ευχαρίστηση ή ανακούφιση, η ανάπαυση από τους πόνους …   Dictionary of Greek

  • έρεισμα — το (AM ἔρεισμα) [ερείδω] 1. υποστήριγμα, ακουμπιστήρι, αποκούμπι 2. μτφ. α) αυτό στο οποίο βασίζεται κάποιος («Ἑλλάδος ἔρεισμα, κλειναὶ Ἀθᾱναι») β) (για ανθρώπους) αυτός ο οποίος παρέχει εγγυήσεις ασφαλείας, το στήριγμα, ο στύλος, ο προστάτης… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.